δειράς

δειράς (Cret. [full] δηράς GDI5024.19), άδος, ,
A ridge of a chain of hills, h.Ap.281, S.Aj.697 (lyr.), Limen.22; of the isthmus of Corinth, Pi. O.8.52, I.1.10; of Trachis, S.Ph.491: in pl., E.Ph.206 (lyr.): metaph., τέγγει δ' ὑπ' ὀφρύσι δειράδας, of the petrified form of Niobe on Mt. Sipylus, which poured tears under the brow of the hill over its ridges, S.Ant.832 (lyr.). (δερς-, cf. Skt. drsad- 'rock'.)

Greek-English dictionary (Αγγλικά Ελληνικά-λεξικό). 2014.

Look at other dictionaries:

  • Δειράς — ridge of a chain of hills nom sg Δειρά̱ς , Δειρής masc acc pl Δειρά̱ς , Δειρής masc nom sg (attic epic doric aeolic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • δειράς — ridge of a chain of hills fem nom sg δειρά̱ς , δειρή neck fem acc pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • δειράς — η (Α δειράς) κορυφογραμμή οροσειράς («οι δειράδες τού Ολύμπου», «ὑπὸ δειράσι νιφοβόλοις Παρνασσοῡ») αρχ. 1. (για ζώα) τράχηλος, λαιμός 2. φρ. «τέγγει δ ὑπ ὀφρύσι δειράδας» μουσκεύει με τα δάκρυα της τα κορφοβούνια για την απολιθωμένη μορφή τής… …   Dictionary of Greek

  • δειρᾶς — δειρή neck fem gen sg (attic doric aeolic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • δείρας — δείρᾱς , δέρω skin aor part act masc nom/voc sg (attic epic ionic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • δειρά — δειράς ridge of a chain of hills fem voc sg δειρά̱ , δειρή neck fem nom/voc/acc dual δειρά̱ , δειρή neck fem nom/voc sg (attic doric aeolic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • δειράδα — δειράς ridge of a chain of hills fem acc sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • δειράδας — δειράς ridge of a chain of hills fem acc pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • δειράδες — δειράς ridge of a chain of hills fem nom/voc pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • δειράδι — δειράς ridge of a chain of hills fem dat sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • δειράδος — δειράς ridge of a chain of hills fem gen sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.